βεβαιωταί

βεβαιωταί
βεβαιωτής
one who gives assurance of
masc nom/voc pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • βεβαιῶται — βεβαιόω confirm pres subj mp 3rd sg βεβαιόω confirm pres ind mp 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βεβαιῶτ' — βεβαιῶτε , βεβαιόω confirm pres imperat act 2nd pl (doric aeolic) βεβαιῶτε , βεβαιόω confirm pres subj act 2nd pl βεβαιῶτε , βεβαιόω confirm pres ind act 2nd pl (doric aeolic) βεβαιῶται , βεβαιόω confirm pres subj mp 3rd sg βεβαιῶται , βεβαιόω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνίστωρ — ορος, ὁ, ΜΑ [ἵστωρ] 1. αυτός που γνωρίζει κάτι εξίσου καλά με άλλον («θεοὶ ὅσοι γῆν Πλαταιΐδα ἔχετε καὶ ἥρωες, ξυνίστορές ἐστε», Θουκ.) 2. αυτός που συμμερίζεται τη γνώμη κάποιου άλλου («τούτων οἱ συνίστορες καὶ βεβαιωταί και ὑπέρμαχοι», Δαμασκ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”